
Αν κάτι χαρακτηρίζει την εποχή μας, είναι η ταχύτητα με την οποία αλλάζει. Η τεχνολογική πρόοδος και οι νέες κοινωνικές δυναμικές διαμορφώνουν μια συνθήκη στην οποία οι βεβαιότητες λιγοστεύουν, οι ανατροπές πολλαπλασιάζονται και η ανάγκη για προβλεψιμότητα γίνεται εντονότερη από ποτέ. Ταυτόχρονα, οι ανάγκες μας γίνονται ολοένα πιο σύνθετες και η ικανοποίησή τους προϋποθέτει σημαντικές επενδύσεις και στρατηγικό σχεδιασμό που υπερβαίνει τον πολιτικό ορίζοντα των κυβερνήσεων.
Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, η πολιτική ζωή συχνά κυριαρχείται από την επικαιρότητα και δυσκολεύεται να παραγάγει μια συνεκτική και συναινετική στρατηγική για τη χώρα. Τουναντίον, υπό το πρίσμα του σύντομου εκλογικού κύκλου, οι μεγάλες προκλήσεις απλοποιούνται, τίθενται στο επίκεντρο του κομματικού ανταγωνισμού και αρχίζει η πλειοδοσία ριζοσπαστικών λύσεων. Η υπόσχεση για λύσεις «με έναν νόμο και ένα άρθρο» γίνεται υπερβολικά ελκυστική.
Το σύνθημα αυτό δεν είναι τυχαίο. Συνδέεται με την ευκολία με την οποία ένας νόμος θεσπίζεται, τροποποιείται ή καταργείται. Σήμερα, αρκεί η πλειοψηφία των 151 Βουλευτών για την ανατροπή οποιασδήποτε πολιτικής επιλογής.
Για τον λόγο αυτόν, στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης, θα μπορούσε να εξεταστεί η δημιουργία μιας ενδιάμεσης κατηγορίας νόμων αυξημένης ισχύος, μεταξύ Συντάγματος και κοινού νόμου. Η ισχύς τους θα στηρίζεται στην ψήφισή τους με αυξημένη πλειοψηφία και θα διαρκεί για ορισμένο χρόνο.
Οι νόμοι αυτοί, που είναι σκόπιμο να ονομαστούν Νόμοι Αυξημένης Συναίνεσης, θα αφορούν, χωρίς θεματικό περιορισμό, τις στρατηγικές επιλογές της χώρας που πρέπει να προστατευθούν από τις φουρτούνες της πολιτικής ζωής, έως ότου καρποφορήσουν.
Στον πυρήνα της, η ιδέα δεν είναι πρωτόγνωρη, αφού και το ίδιο το Σύνταγμα είναι ένας κανόνας αυξημένης τυπικής ισχύος, ο οποίος κατοχυρώνει τις θεμελιώδεις συλλογικές μας αποφάσεις, αλλά μπορεί να τροποποιηθεί με αυξημένη πλειοψηφία. Το Σύνταγμα, όμως, δεν πρέπει να φορτώνεται με άλλες σημαντικές μεν, αλλά όχι θεμελιώδεις επιλογές. Ανάλογη λογική αναγνωρίζει ήδη το Σύνταγμα και για τη νομοθεσία προστασίας ξένων κεφαλαίων. Οι Νόμοι Αυξημένης Συναίνεσης θα επέκτειναν αυτή την προστατευτική λογική σε ευρύτερες στρατηγικές επιλογές.
Όμως, εκτός από τη σταθερότητα, με τον μηχανισμό αυτό μπορούμε σταδιακά να μεταβούμε σε ένα ωριμότερο πολιτικό σύστημα.
Κάθε τέτοιος νόμος θα αποτελεί ένα θεσμικό λιθαράκι, που θα επιτρέψει να γίνει σταδιακά αυτό που είναι δύσκολο να επιτευχθεί μονομιάς, δηλαδή να οικοδομηθεί η καλόπιστη συνεργασία «στα μεγάλα και σημαντικά», χωρίς αυτό να ακυρώνει τον θεμιτό κομματικό ανταγωνισμό. Επιπλέον, καθώς οι νόμοι αυτοί δεν θα μπορούν να ανατραπούν χωρίς νέα ευρεία συναίνεση, θα ατονίσει σταδιακά η ελκυστικότητα του αφηγήματος της ρήξης.
Φυσικά, ένας τέτοιος μηχανισμός πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή ευελιξία, με τη θέσπιση κατάλληλων οδών διαφυγής σε έκτακτες περιστάσεις, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος εγκλωβισμού «στο χρυσό κλουβί» της σταθερότητας. Στο σημείο αυτό μπορεί να είναι χρήσιμη η συμβολή των δικαστηρίων.
Η συζήτηση για την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί μια ευκαιρία να εξεταστεί μια τέτοια θεσμική καινοτομία, που θα προσφέρει στη χώρα έναν μηχανισμό με τον οποίο η συναίνεση θα μετατρέπεται από περιστασιακή πολιτική πράξη σε σταθερό χαρακτηριστικό του πολιτικού μας συστήματος, απαραίτητο σε έναν κόσμο όπου η αβεβαιότητα είναι το μόνο σίγουρο.
Άρθρο του Κοσμά Τριλίβα Ι Δικηγόρου, LLM Δημοσίου Δικαίου.








