
Μία ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για το δίκαιο της τεχνολογίας και την ευθύνη των ψηφιακών πλατφορμών σημειώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αρνήθηκε να εξετάσει την προσφυγή της Meta Platforms, επιτρέποντας έτσι να συνεχιστεί η αγωγή που έχει ασκήσει η Πολιτεία του Vermont κατά της εταιρείας για τη λειτουργία του Instagram.
Η υπόθεση ξεκίνησε το 2023, όταν η Γενική Εισαγγελέας του Vermont, Charity Clark, κατηγόρησε τη Meta ότι σχεδίασε σκόπιμα το Instagram με τρόπο που ενθαρρύνει τον εθισμό των εφήβων, αξιοποιώντας τις ψυχολογικές και νευρολογικές ευαλωτότητές τους, με πρωταρχικό σκοπό την αύξηση του χρόνου παραμονής στην πλατφόρμα και, κατ’ επέκταση, των διαφημιστικών εσόδων.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, η Meta γνώριζε, μέσω εσωτερικών ερευνών, ότι η υπερβολική χρήση της πλατφόρμας μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ψυχική υγεία των ανηλίκων, προκαλώντας άγχος, προβλήματα αυτοεκτίμησης, διαταραχές εικόνας σώματος και συμπεριφορές εξάρτησης. Παρά τα ευρήματα αυτά, φέρεται να απέκρυψε ή να υποβάθμισε τους σχετικούς κινδύνους προς το κοινό και τις αρμόδιες αρχές.
Η Meta επιχείρησε να αποτρέψει τη συνέχιση της διαδικασίας υποστηρίζοντας ότι τα δικαστήρια του Vermont δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση, δεδομένου ότι η εταιρεία εδρεύει στην Καλιφόρνια. Ωστόσο, τα δικαστήρια του Vermont έκριναν ότι η εταιρεία δραστηριοποιείται συστηματικά στην πολιτεία, διαθέτει εκατοντάδες χιλιάδες χρήστες, συλλέγει δεδομένα και πωλεί στοχευμένη διαφήμιση σε τοπικές επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, μπορεί να λογοδοτήσει ενώπιον των τοπικών δικαστηρίων για τη συμπεριφορά της. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, χωρίς να αιτιολογήσει περαιτέρω την απόφασή του, αρνήθηκε να εξετάσει την προσφυγή της Meta, αφήνοντας σε ισχύ την κρίση αυτή.
Η σημασία της υπόθεσης υπερβαίνει τα όρια του Vermont. Περισσότεροι από σαράντα γενικοί εισαγγελείς πολιτειών έχουν κινηθεί δικαστικά κατά της Meta για παρόμοιους λόγους, ενώ εκκρεμούν εκατοντάδες αγωγές από σχολικές περιφέρειες και ιδιώτες που υποστηρίζουν ότι οι αλγοριθμικές επιλογές των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συνέβαλαν στην επιδείνωση της ψυχικής υγείας των νέων.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν κρίνει επί της ουσίας εάν η Meta ευθύνεται. Ωστόσο, αποτελεί ένα κρίσιμο δικονομικό προηγούμενο: επιβεβαιώνει ότι οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες δεν μπορούν να αποφεύγουν τον δικαστικό έλεγχο επικαλούμενες την έδρα τους ή τον διασυνοριακό χαρακτήρα των ψηφιακών υπηρεσιών τους. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να σηματοδοτήσει μια νέα εποχή αυξημένης λογοδοσίας για τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουν τα προϊόντα τους, ιδίως όταν αυτά απευθύνονται σε ανηλίκους.








