
Μία από τις σοβαρότερες θεσμικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών στον χώρο του διεθνούς δικαίου βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη. Ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Μάρκο Ρούμπιο, ανακοίνωσε την έναρξη μιας συντονισμένης εκστρατείας με στόχο την αποδυνάμωση, ακόμη και τη σταδιακή διάλυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ), δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι η Ουάσιγκτον θα το «διαλύσει τούβλο-τούβλο». Η νέα αμερικανική στρατηγική περιλαμβάνει διπλωματικές πιέσεις προς συμμάχους, επέκταση κυρώσεων και περιοριστικών μέτρων κατά αξιωματούχων του Δικαστηρίου, καθώς και προσπάθεια δημιουργίας διεθνούς μετώπου αμφισβήτησης της λειτουργίας του.
Η αντιπαράθεση δεν είναι καινούργια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ουδέποτε επικύρωσαν το Καταστατικό της Ρώμης του 1998, με το οποίο ιδρύθηκε το ΔΠΔ, υποστηρίζοντας διαχρονικά ότι κανένα διεθνές δικαστήριο δεν μπορεί να ασκεί ποινική δικαιοδοσία επί Αμερικανών πολιτών ή στρατιωτικών χωρίς τη συναίνεση της χώρας. Η σημερινή κυβέρνηση θεωρεί ότι το Δικαστήριο έχει υπερβεί τα όρια της αποστολής του και έχει εξελιχθεί σε έναν θεσμό που επηρεάζει την εθνική κυριαρχία κρατών που δεν συμμετέχουν στο σύστημά του.
Αφορμή για την κλιμάκωση αποτέλεσαν, μεταξύ άλλων, οι έρευνες και τα εντάλματα σύλληψης που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια σε υποθέσεις που αφορούν συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, ιδίως το Ισραήλ, αλλά και προηγούμενες προσπάθειες διερεύνησης ενεργειών αμερικανικού στρατιωτικού προσωπικού. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο χρησιμοποιεί υπερβολικά διευρυμένη ερμηνεία της δικαιοδοσίας του, ενώ οι υποστηρικτές του ΔΠΔ απαντούν ότι η αρμοδιότητά του απορρέει από το ίδιο το Καταστατικό της Ρώμης και εφαρμόζεται μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η νομική διάσταση της διαφοράς. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν δικάζει κράτη αλλά φυσικά πρόσωπα που κατηγορούνται για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου και το έγκλημα της επίθεσης. Η δικαιοδοσία του ενεργοποιείται όταν τα φερόμενα εγκλήματα τελούνται στο έδαφος κράτους-μέλους ή από υπηκόους κράτους-μέλους ή όταν υπάρξει σχετική παραπομπή από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η διαφορετική ερμηνεία αυτών των κανόνων βρίσκεται στον πυρήνα της σημερινής αντιπαράθεσης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντέδρασε άμεσα, επαναλαμβάνοντας την πλήρη στήριξή της προς το ΔΠΔ και χαρακτηρίζοντας απαράδεκτες τις απειλές κατά της ανεξαρτησίας του. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υπογράμμισαν ότι το Δικαστήριο αποτελεί βασικό πυλώνα του διεθνούς συστήματος λογοδοσίας για τα σοβαρότερα εγκλήματα και ότι η ανεξαρτησία του πρέπει να προστατευθεί.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή αναδεικνύει ένα διαχρονικό ερώτημα του διεθνούς δικαίου: μέχρι ποιο σημείο μπορεί να επεκτείνεται η διεθνής ποινική δικαιοσύνη όταν συγκρούεται με την αρχή της κρατικής κυριαρχίας; Η αμερικανική προσέγγιση δίνει προτεραιότητα στην εθνική κυριαρχία και στην προστασία των κρατικών λειτουργών από διεθνείς διώξεις χωρίς συναίνεση, ενώ οι υποστηρικτές του ΔΠΔ υποστηρίζουν ότι τα εγκλήματα που συγκλονίζουν τη διεθνή κοινότητα δεν πρέπει να μένουν ατιμώρητα λόγω πολιτικών ή κρατικών περιορισμών.
Οι εξελίξεις αναμένεται να επηρεάσουν όχι μόνο τη λειτουργία του ίδιου του Δικαστηρίου, αλλά και το ευρύτερο σύστημα διεθνούς δικαιοσύνης που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εάν η αμερικανική πρωτοβουλία οδηγήσει σε περιορισμό της διεθνούς συνεργασίας ή σε αποχώρηση κρατών από το Καταστατικό της Ρώμης, η αποτελεσματικότητα του ΔΠΔ θα δεχθεί σημαντικό πλήγμα. Αντίθετα, μια ισχυρή αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών-μελών του Δικαστηρίου ενδέχεται να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θεσμική του θέση.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμη δοκιμασία για το μέλλον της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης. Η αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου δεν αφορά μόνο δύο θεσμούς, αφορά το ίδιο το μοντέλο διεθνούς λογοδοσίας για τα σοβαρότερα εγκλήματα που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα.








