
Με την υπ’ αριθ. 923/2026 απόφασή του, το Α΄ Τμήμα του ΣτΕ, σε επταμελή σύνθεση, έκρινε ότι η μακροχρόνια στέρηση της δυνατότητας χρήσης και αξιοποίησης ενός ακινήτου μπορεί να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όταν οφείλεται σε παράνομη καθυστέρηση της Διοίκησης να ρυθμίσει το πολεοδομικό καθεστώς του.
Η υπόθεση αφορούσε ακίνητο έκτασης 7.723 τ.μ. στο Νέο Ψυχικό, το οποίο είχε χαρακτηριστεί ήδη από τη δεκαετία του 1980 ως χώρος πρασίνου. Παρά την άρση της σχετικής ρυμοτομικής δέσμευσης, η Διοίκηση δεν προχώρησε εγκαίρως σε νέα πολεοδομική ρύθμιση, με αποτέλεσμα το ακίνητο να παραμείνει ουσιαστικά «παγωμένο».
Οι ιδιοκτήτες υποστήριξαν ότι, μολονότι εξακολουθούσαν να έχουν την κυριότητα, δεν διέθεταν πραγματική δυνατότητα χρήσης, εκμετάλλευσης ή οικοδόμησης. Για τη στέρηση αυτή, κατά την περίοδο από την 1η Ιουλίου 2010 έως τις 30 Ιουνίου 2015, ζήτησαν αποζημίωση ύψους 3,24 εκατ. ευρώ, πλέον τόκων.
Το ΣτΕ επισήμανε ότι, μετά την άρση μιας ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, η Διοίκηση οφείλει να ρυθμίσει το πολεοδομικό καθεστώς του ακινήτου μέσα σε εύλογο χρόνο. Πρέπει, δηλαδή, είτε να επανεπιβάλει νομίμως την απαλλοτρίωση, εξασφαλίζοντας την άμεση καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης, είτε να καταστήσει το ακίνητο οικοδομήσιμο.
Η αδικαιολόγητη αδράνεια μπορεί να συνιστά παράνομη παράλειψη και να ενεργοποιήσει την αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με την προστασία της περιουσίας που κατοχυρώνει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Απαραίτητες προϋποθέσεις παραμένουν η ύπαρξη παράνομης πράξης ή παράλειψης, η πρόκληση συγκεκριμένης ζημίας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ τους.
Ως προς το ύψος της αποζημίωσης, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η ζημία μπορεί να υπολογιστεί με βάση τους νόμιμους τόκους επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Η μέθοδος αυτή αποτυπώνει την οικονομική απώλεια από την αδυναμία αξιοποίησης της περιουσίας, χωρίς να ταυτίζεται αυτομάτως με την πλήρη αξία της.
Το ΣτΕ δεν επιδίκασε το ποσό που ζητούσαν οι ιδιοκτήτες. Δέχθηκε, όμως, τον κρίσιμο λόγο αναίρεσης για πέντε από τους έξι αναιρεσείοντες, αναίρεσε εν μέρει την απόφαση 1638/2021 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, ώστε να εξεταστούν εκ νέου τα πραγματικά δεδομένα και το ύψος της ενδεχόμενης αποζημίωσης.
Η απόφαση στέλνει σαφές μήνυμα προς τη Διοίκηση: η πολεοδομική αδράνεια δεν αποτελεί απλώς διοικητική εκκρεμότητα. Όταν διαρκεί υπερβολικά και στερεί από τον ιδιοκτήτη την ουσιαστική απόλαυση της περιουσίας του, μπορεί να μετατραπεί σε αποζημιωτική υποχρέωση του Δημοσίου.








