Ο Διαμεσολαβητής προτείνει λύση Ι Ποιος είναι ο ρόλος του δικηγόρου και ποιος προστατεύει τον πολίτη ?

Τι αλλάζει με τον νέο Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών και ποια ερωτήματα ανοίγουν για τον ρόλο του δικηγόρου, την αυτοδιάθεση και την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη

Share

Εύη Αυλογιάρη
Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών
Πρόεδρος ADR HELLENIC TRAINING HUB
www.avlogiari.gr

Με τον νέο Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, που βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση, εισάγεται μια σημαντική δυνατότητα: ο διαμεσολαβητής μπορεί να διατυπώσει πρόταση επίλυσης όταν τα μέρη δηλώνουν αδυναμία επίτευξης συμφωνίας και οφείλει να το πράξει εφόσον το ζητήσουν αμοιβαία τα μέρη.

Η αλλαγή αυτή μπορεί να φαίνεται τεχνική. Δεν είναι. Αγγίζει τη φιλοσοφία της διαμεσολάβησης, την αυτοδιάθεση των μερών, τον θεσμικό και συμβουλευτικό ρόλο του δικηγόρου και, τελικά, την προστασία του πολίτη.

Η συζήτηση δεν αφορά την προστασία ενός επαγγελματικού ρόλου. Αφορά το αν ο σαφής και διακριτός ρόλος του δικηγόρου αποτελεί εγγύηση για την προστασία των δικαιωμάτων και της ελεύθερης βούλησης του πολίτη.

Η λύση στη διαμεσολάβηση ανήκει στα μέρη

Η Οδηγία 2008/52/ΕΚ αποτυπώνει μια θεμελιώδη ιδέα της διαμεσολάβησης: τα μέρη επιχειρούν τα ίδια, με τη βοήθεια του διαμεσολαβητή, να καταλήξουν σε συμφωνία. Η αυτοδιάθεση δεν σημαίνει απλώς ότι στο τέλος το μέρος μπορεί να πει «ναι» ή «όχι» σε μια έτοιμη λύση. Σημαίνει ότι τα ίδια τα μέρη συμμετέχουν ουσιαστικά στη δημιουργία της λύσης τους.

Ο διαμεσολαβητής τα βοηθά να επικοινωνήσουν, να μετακινηθούν από τις θέσεις στα συμφέροντα, να αναζητήσουν επιλογές και να διαπραγματευθούν αποτελεσματικά. Η ουσία της διευκολυντικής (facilitative) διαμεσολάβησης είναι να βοηθήσει τα μέρη να βρουν τη δική τους λύση.

Η αυτοδιάθεση δεν είναι μόνο το δικαίωμα να αποδεχθείς ή να απορρίψεις μια λύση. Είναι το δικαίωμα να συμμετέχεις ουσιαστικά στη δημιουργία της.

Τι αλλάζει όταν τη λύση την προτείνει ο διαμεσολαβητής;

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι δεν αλλάζει τίποτε, επειδή η πρόταση δεν είναι δεσμευτική. Ωστόσο, ο διαμεσολαβητής δεν είναι ένας ακόμη συμμετέχων στη διαπραγμάτευση. Είναι ο ουδέτερος και αμερόληπτος τρίτος και, ακριβώς λόγω αυτής της ιδιότητας, η πρότασή του μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερο βάρος στα μάτια του πολίτη.

Ένας πολίτης μπορεί εύλογα να σκεφτεί: «Αφού αυτή τη λύση την προτείνει ο ουδέτερος διαμεσολαβητής, μήπως είναι η πιο δίκαιη ή η πιο σωστή;». Επομένως, μια πρόταση μπορεί να είναι νομικά μη δεσμευτική χωρίς να είναι κατ’ ανάγκη ουδέτερη ως προς την επιρροή που ασκεί.

Ο δικηγόρος στη διαμεσολάβηση δεν είναι απλώς παρών

Ο δικηγόρος γνωρίζει τον φάκελο, τα αποδεικτικά στοιχεία, τις νομικές αδυναμίες και τα πλεονεκτήματα της υπόθεσης. Αξιολογεί τον δικαστικό κίνδυνο, συζητά με τον εντολέα του τις εναλλακτικές και διαμορφώνει μαζί του τη διαπραγματευτική στρατηγική.

Όταν εμφανίζεται μια πιθανή λύση, είναι εκείνος που καλείται να εξηγήσει τις νομικές συνέπειες και να συμβουλεύσει τον εντολέα του για το κατά πόσο η συγκεκριμένη συμφωνία εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Ο δικηγόρος έχει εντολέα και καθήκον απέναντί του.

Ο διαμεσολαβητής, αντιθέτως, δεν έχει εντολέα και δεν καλείται να προασπίσει το συμφέρον του ενός ή του άλλου μέρους. Η ουδετερότητα και η αμεροληψία του είναι η θεσμική του δύναμη.

Όταν οι ρόλοι αρχίζουν να πλησιάζουν

Αν ο διαμεσολαβητής προτείνει συγκεκριμένη λύση, ανακύπτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: με ποια ακριβώς ιδιότητα αξιολογεί ότι αυτή είναι η κατάλληλη λύση; Δεν είναι δικαστής για να κρίνει, ούτε διαιτητής για να αποφασίζει, ούτε δικηγόρος κανενός μέρους για να συμβουλεύει με γνώμονα τα ιδιαίτερα συμφέροντά του.

Όταν από τη διευκόλυνση περνά στην πρόταση συγκεκριμένης λύσης, το όριο μεταξύ ουδέτερης διευκόλυνσης και αξιολογικής παρέμβασης γίνεται λιγότερο ευδιάκριτο. Το ερώτημα τότε δεν αφορά μόνο τις επαγγελματικές αρμοδιότητες· αφορά και το πώς αντιλαμβάνεται ο πολίτης ποιος τον συμβουλεύει.

Και αν ο διαμεσολαβητής είναι επίσης δικηγόρος;

Στην ελληνική πραγματικότητα πολλοί διαμεσολαβητές είναι ταυτόχρονα εν ενεργεία δικηγόροι. Ας φανταστούμε έναν πολίτη του οποίου ο δικηγόρος, γνωρίζοντας σε βάθος την υπόθεση, τον συμβουλεύει να μην αποδεχθεί μια συγκεκριμένη λύση, ενώ ο διαμεσολαβητής προτείνει ακριβώς αυτή τη λύση.

Εάν ο διαμεσολαβητής είναι επίσης δικηγόρος, ο πολίτης βλέπει από τη μία τον δικηγόρο που ο ίδιος επέλεξε και από την άλλη έναν επίσης δικηγόρο, ο οποίος φέρει επιπλέον την ιδιότητα του ουδέτερου τρίτου. Μπορεί να αναρωτηθεί ποια γνώμη είναι περισσότερο αντικειμενική και αν η συμβουλή του δικού του δικηγόρου είναι ορθή.

Η ουδετερότητα όμως δεν αποτελεί τεκμήριο ορθότερης νομικής κρίσης. Ο διαμεσολαβητής μπορεί να μην γνωρίζει τον φάκελο στον βαθμό που τον γνωρίζει ο δικηγόρος του μέρους και, κυρίως, δεν έχει καθήκον να προασπίσει τα συμφέροντα κανενός από τα δύο μέρη.

Η σχέση εμπιστοσύνης δικηγόρου–εντολέα

Η σχέση αυτή είναι θεμελιώδης. Ο πολίτης έχει επιλέξει έναν συγκεκριμένο δικηγόρο για να τον συμβουλεύει και να προστατεύει τα συμφέροντα και τα δικαιώματά του. Εάν μέσα στην ίδια διαδικασία δημιουργείται ένας δεύτερος πόλος αξιολόγησης, με το πρόσθετο κύρος του «ουδέτερου», μπορεί να δημιουργηθεί σύγχυση ως προς το ποιος πραγματικά παρέχει τη συμβουλή.

Γι’ αυτό, η σαφήνεια του ρόλου του δικηγόρου δεν είναι συντεχνιακό ζήτημα. Είναι στοιχείο της θεσμικής προστασίας του πολίτη: ο εντολέας πρέπει να γνωρίζει ποιος τον συμβουλεύει, ποιος υπερασπίζεται τα συμφέροντά του και ποιος παραμένει ουδέτερος.

Η προστασία του πολίτη ως τελικό κριτήριο

Η διαμεσολάβηση έχει αξία επειδή επιστρέφει στα μέρη τη δύναμη της απόφασης. Για να είναι όμως αυτή η απόφαση πραγματικά ελεύθερη, πρέπει να είναι και ενημερωμένη. Ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει τα δικαιώματά του, τις συνέπειες μιας συμφωνίας, τις εναλλακτικές του και τους κινδύνους που αναλαμβάνει.

Και εδώ υπάρχει η ευθύνη της Πολιτείας

Η Πολιτεία έχει την αρμοδιότητα να εκσυγχρονίζει τους θεσμούς και να αναζητεί αποτελεσματικότερους τρόπους επίλυσης των διαφορών. Όταν όμως νομοθετεί για έναν θεσμό που στηρίζεται στην αυτοδιάθεση, οφείλει να σταθμίζει όχι μόνο την ταχύτητα ή την πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας, αλλά και την καθαρότητα των ρόλων, τις εγγυήσεις της διαδικασίας και την πραγματική ελευθερία της συναίνεσης.

Το ίδιο το σχέδιο νόμου καθιστά την πρόταση του διαμεσολαβητή περισσότερο από ένα άτυπο σχόλιο. Το άρθρο 81 προβλέπει έγγραφη πρόταση, ενημέρωση των μερών για τις έννομες συνέπειες αποδοχής ή απόρριψης και δυνατότητα συνεκτίμησης της απόρριψης κατά την επιμέτρηση της δικαστικής δαπάνης. Το άρθρο 89 προβλέπει επιπλέον συνέπειες ως προς τα δικαστικά και εξωδικαστικά έξοδα όταν η μεταγενέστερη απόφαση συμπίπτει κατ’ ουσία με απορριφθείσα πρόταση.

Όταν ο νομοθέτης μετακινεί τα όρια ενός θεσμού, δεν μετακινεί απλώς λέξεις. Μετακινεί ρόλους, ευθύνες και ισορροπίες που έχουν άμεση επίπτωση στον πολίτη.

Γι’ αυτό η νομοθετική συζήτηση χρειάζεται σαφείς απαντήσεις: πού τελειώνει η διευκόλυνση και πού αρχίζει η αξιολόγηση; Πώς διαφυλάσσεται ο συμβουλευτικός ρόλος του δικηγόρου; Πώς αποτρέπεται η σύγχυση του πολίτη ως προς το κύρος μιας πρότασης του ουδέτερου τρίτου; Και ποιες εγγυήσεις διασφαλίζουν ότι η επιδίωξη αποτελεσματικότερης επίλυσης δεν περιορίζει στην πράξη την ελεύθερη και ενημερωμένη βούληση των μερών;

Η ποιότητα της νομοθέτησης δεν κρίνεται μόνο από το πόσο γρήγορα μπορεί να λήξει μια διαφορά. Κρίνεται και από το πόσο καθαρά ορίζονται οι ρόλοι και πόσο αποτελεσματικά προστατεύονται τα δικαιώματα του πολίτη.

Ισχυρός δικηγόρος και ισχυρός διαμεσολαβητής — ο καθένας στον ρόλο του

Η συζήτηση δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε αντιπαράθεση μεταξύ δικηγόρων και διαμεσολαβητών. Η καλή διαμεσολάβηση χρειάζεται και ισχυρό διαμεσολαβητή και ισχυρό δικηγόρο, με σαφείς και κατανοητούς ρόλους.

Ο δικηγόρος συμβουλεύει και προστατεύει τον εντολέα του. Ο διαμεσολαβητής προστατεύει τη διαδικασία, την ισορροπία και την ουδέτερη διευκόλυνση. Και τα μέρη διατηρούν εκείνο που αποτελεί τον πυρήνα της διαμεσολάβησης: τη δύναμη να δημιουργήσουν και να αποφασίσουν τη δική τους λύση.

Τα μέρη δημιουργούν και αποφασίζουν – Οι δικηγόροι συμβουλεύουν και προστατεύουν.
Οι διαμεσολαβητές διευκολύνουν

Τελικά, ποιο είναι το κρίσιμο ερώτημα;

Πριν μετακινηθούν τα όρια μεταξύ αυτών των ρόλων, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος επαγγελματίας αποκτά ή χάνει αρμοδιότητες. Είναι ποιο πλαίσιο παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια στον πολίτη, καθιστά σαφές ποιος τον συμβουλεύει και διασφαλίζει ότι η τελική συμφωνία αποτελεί προϊόν της δικής του ελεύθερης και ενημερωμένης βούλησης.

Γιατί στο κέντρο της διαμεσολάβησης βρίσκεται ο πολίτης. Και δίπλα του πρέπει να γνωρίζει με απόλυτη σαφήνεια ποιος τον συμβουλεύει, ποιος προστατεύει τα δικαιώματά του και ποιος παραμένει ο ουδέτερος τρίτος.

Νομοθετικές αναφορές

  • Σχέδιο Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, δημόσια διαβούλευση Υπουργείου Δικαιοσύνης, άρθρο 81 «Πρόταση επίλυσης διαμεσολαβητή».
  • Σχέδιο Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, άρθρο 89 «Επιμερισμός εξόδων σε περίπτωση απόρριψης πρότασης συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς».
  • Σχέδιο Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, άρθρο 78 «Διαδικασία διαμεσολάβησης».
  • Ν. 4640/2019, άρθρο 2, ορισμοί διαμεσολαβητή και νομικού παραστάτη.
  • Οδηγία 2008/52/ΕΚ για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

LawJobs

Ροή Ειδήσεων

Δημοφιλή