
Ο θάνατος του Ράτκο Μλάντιτς στις 27 Αυγούστου 2026, ενώ εξέτιε ποινή ισόβιας κάθειρξης στη Χάγη, κλείνει βιολογικά μία από τις σημαντικότερες υποθέσεις της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης. Δεν κλείνει, όμως, τη συζήτηση γύρω από αυτή. Η άμεση αντίδραση της Μόσχας, η οποία κατηγόρησε το δικαστήριο για «διπλά πρότυπα» και αντισερβική προκατάληψη, επαναφέρει ένα δύσκολο ερώτημα: υπάρχουν νομικά στοιχεία που μπορούν να στηρίξουν την αμφισβήτηση της δίκης Μλάντιτς ή πρόκειται κυρίως για πολιτική αξιολόγηση;
Ο πρώην διοικητής του Στρατού της Republika Srpska καταδικάστηκε το 2017 από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και παραβιάσεις των νόμων και εθίμων του πολέμου. Στον πυρήνα της καταδίκης βρισκόταν η Σρεμπρένιτσα, όπου το 1995 δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 8.000 Βόσνιοι Μουσουλμάνοι άνδρες και αγόρια. Το ICTY έκρινε ότι ο Μλάντιτς συμμετείχε σε κοινό εγκληματικό σχέδιο με σκοπό την εξάλειψη των Βόσνιων Μουσουλμάνων της Σρεμπρένιτσα και τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη.
Η υπόθεση δεν τελείωσε εκεί. Ο Μλάντιτς άσκησε έφεση και το 2021 το Εφετείο του Διεθνούς Μηχανισμού για τα Ποινικά Δικαστήρια επικύρωσε την καταδίκη και την ποινή. Απορρίφθηκαν, μεταξύ άλλων, οι ισχυρισμοί του σχετικά με την παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
Υπάρχει, ωστόσο, μία πτυχή που δεν πρέπει να παραβλέπεται. Η εφετειακή απόφαση δεν ήταν ομόφωνη σε κρίσιμα ζητήματα.
Η προεδρεύουσα δικαστής Prisca Matimba Nyambe μειοψήφησε ως προς την απόρριψη σημαντικών λόγων έφεσης του Μλάντιτς, μεταξύ των οποίων ζητήματα σχετικά με τα κοινά εγκληματικά σχέδια για τη Σρεμπρένιτσα, το Σαράγεβο και άλλες περιοχές, καθώς και ζητήματα που αφορούσαν το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη. Μειοψήφησε επίσης ως προς την επικύρωση της ισόβιας κάθειρξης.
Αυτό αποτελεί πραγματικό και σημαντικό στοιχείο της δικαστικής ιστορίας της υπόθεσης. Δεν αποτελεί όμως, από μόνο του, απόδειξη ότι η διαδικασία ήταν πολιτικά κατευθυνόμενη. Η ύπαρξη μειοψηφούσας γνώμης αποτελεί κανονικό χαρακτηριστικό της λειτουργίας πολυμελών διεθνών δικαστηρίων και αποδεικνύει ότι υπήρξε ουσιαστική δικαστική διαφωνία ως προς την αξιολόγηση συγκεκριμένων νομικών και αποδεικτικών ζητημάτων.
Υπάρχει μάλιστα ακόμη ένα ενδιαφέρον στοιχείο: πριν από την εκδίκαση της έφεσης, ο Μλάντιτς είχε ζητήσει την εξαίρεση τριών δικαστών επικαλούμενος πραγματική ή φαινομενική μεροληψία. Το αίτημά του έγινε δεκτό το 2018 και οι συγκεκριμένοι δικαστές αντικαταστάθηκαν.
Το γεγονός αυτό δυσκολεύει την απόλυτη θέση ότι το ίδιο το δικαστικό σύστημα δεν διέθετε μηχανισμούς αντιμετώπισης ζητημάτων αμεροληψίας.
Τι υποστηρίζει σήμερα η Ρωσία
Η Μόσχα δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση της καταδίκης. Υποστηρίζει ότι η μεταχείριση του Μλάντιτς από το ICTY και τον διάδοχο Μηχανισμό χαρακτηριζόταν από «διπλά πρότυπα» και αντισερβική προκατάληψη, ενώ συνδέει την κριτική της και με τις συνθήκες κράτησης και την ιατρική περίθαλψή του. Η ρωσική πλευρά είχε ζητήσει επανειλημμένα να επιτραπεί η προσωρινή απελευθέρωσή του για θεραπεία στη Ρωσία ή στη Σερβία.
Εδώ όμως πρέπει να διαχωριστούν δύο διαφορετικά νομικά ζητήματα.
Άλλο είναι η νομιμότητα και αμεροληψία της ποινικής διαδικασίας που οδήγησε στην καταδίκη και άλλο η μεταχείριση ενός καταδικασμένου κρατουμένου, ιδίως όταν βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας.
Ενδεχόμενες παραλείψεις ως προς τη δεύτερη κατηγορία δεν ανατρέπουν αυτομάτως την πρώτη.
Πολιτική κριτική ή νομική αμφισβήτηση;
Με βάση τις ίδιες τις αποφάσεις, δεν προκύπτει ότι η καταδίκη του Μλάντιτς μπορεί απλώς να χαρακτηριστεί προϊόν πολιτικής προκατάληψης. Υπήρξε πολυετής πρωτοβάθμια διαδικασία, έφεση, εξέταση ισχυρισμών περί παραβίασης της δίκαιης δίκης και, τελικά, επικύρωση της καταδίκης από το Εφετείο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διεθνής ποινική δικαιοσύνη βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Το αντίθετο. Η έντονη μειοψηφία στην εφετειακή απόφαση δείχνει ότι ακόμη και σε μία υπόθεση τέτοιας ιστορικής βαρύτητας υπήρχαν σοβαρές διαφορετικές δικαστικές προσεγγίσεις.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διάκριση: η νομική αμφισβήτηση μιας δικαστικής κρίσης δεν ταυτίζεται με την αμφισβήτηση των ιστορικών γεγονότων που έχουν κριθεί δικαστικά ούτε αποδεικνύει από μόνη της πολιτική μεροληψία του δικαστηρίου.
Ο θάνατος του Μλάντιτς αφήνει έτσι πίσω του όχι μόνο μία οριστική ποινική καταδίκη, αλλά και ένα ευρύτερο ερώτημα για τη διεθνή δικαιοσύνη: πώς μπορεί ένα διεθνές ποινικό δικαστήριο να εξασφαλίζει ότι η δικαιοδοσία του γίνεται αντιληπτή ως αμερόληπτη ακόμη και από τις κοινωνίες και τα κράτη που αμφισβητούν τις αποφάσεις του;
Γιατί για τη διεθνή ποινική δικαιοσύνη δεν αρκεί μόνο η απονομή δικαιοσύνης. Απαραίτητη για τη θεσμική της αξιοπιστία είναι και η αυστηρή τήρηση των εγγυήσεων που επιτρέπουν στη δικαιοσύνη να παραμένει διακριτή από την πολιτική.








