ΔΕΕ I Kαταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – Υπό την προϋπόθεση ύπαρξης εννόμου συμφέροντος

Tο κοινό έχει πρόσβαση στις πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο των συμβάσεων καταπιστευτικής διαχείρισης του ιταλικού δικαίου

Share

Κατά τη συνήθη έννοιά της, η σύμβαση καταπιστευτικής διαχείρισης είναι η συμφωνία με την οποία ανατίθεται στον καταπιστευτικό διαχειριστή η διαχείριση αγαθών ή δικαιωμάτων προς το συμφέρον του καταπιστεύοντος ή άλλων δικαιούχων. Σύμφωνα με την τέταρτη οδηγία κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες 1, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι εμπιστευματοδόχοι παρέχουν, τηρούν και καθιστούν διαθέσιμες τις πληροφορίες σχετικά με τους πραγματικούς δικαιούχους των εμπιστευμάτων. Οι υποχρεώσεις αυτές εκτείνονται και σε άλλα νομικά μορφώματα που έχουν δομή ή λειτουργίες παρεμφερείς με εκείνες των εμπιστευμάτων.

Οι ιταλικές αρχές έχουν θεσπίσει μέτρα για την εφαρμογή των ως άνω υποχρεώσεων και θεωρούν ότι η σύμβαση
καταπιστευτικής διαχείρισης του ιταλικού δικαίου (mandato fiduciario) συνιστά τέτοιο παρεμφερές νομικό μόρφωμα.

Κατά συνέπεια, επέβαλαν στις εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης την υποχρέωση γνωστοποίησης των πληροφοριών σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο. Πολλές από τις εταιρίες αυτές, αμφισβητώντας την εν λόγω υποχρέωση, προσέφυγαν ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου περιφέρειας Λατίου (Ιταλία), προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι εθνικοί κανόνες για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη ορισμένων διατάξεων της τέταρτης οδηγίας κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δεν συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης, καθώς και ότι ορισμένες διατάξεις της οδηγίας αυτής καθεαυτήν είναι παράνομες. Οι εταιρίες αυτές, κατόπιν της απόρριψης των προσφυγών τους από το ως άνω δικαστήριο, προσέβαλαν την πρωτόδικη απόφαση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ιταλία), το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο χωριστές αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με το κύρος και την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων 2.

Με τη σημερινή απόφασή του, με την οποία οι δύο υποθέσεις εξετάζονται από κοινού, το Δικαστήριο επιβεβαιώνει,
κατ’ αρχάς, την εγκυρότητα των διατάξεων των οποίων το κύρος αμφισβητήθηκε. Ειδικότερα, το Δικαστήριο
υπογραμμίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων του αντικειμένου της ρύθμισης, η νομοθετική τεχνική που επέλεξε ο νομοθέτης της Ένωσης συνάδει με την αρχή της ασφάλειας δικαίου, καθότι η έκταση και ο τρόπος
άσκησης του περιθωρίου εκτιμήσεως που παρέχεται στις εθνικές αρχές καθορίζονται με επαρκή σαφήνεια.

Επιπλέον, η πρόβλεψη περί πρόσβασης του κοινού στις πληροφορίες σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει έννομο συμφέρον, συνάδει με τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8
του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά το Δικαστήριο, με τη ρύθμιση αυτή, ο
νομοθέτης της Ένωσης επιδιώκει θεμιτό και σημαντικό σκοπό, ήτοι την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από
παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας μέσω αυξημένης διαφάνειας, τηρώντας την
αρχή της αναλογικότητας.

Το Δικαστήριο αποφαίνεται στη συνέχεια ότι το δίκαιο της Ένωσης 3 επιτρέπει στον Ιταλό νομοθέτη να θεωρήσει τις συμβάσεις καταπιστευτικής διαχείρισης που συνάπτονται με τις εταιρίες καταπιστευτικής διαχείρισης του ιταλικού δικαίου (mandato fiduciario) ως «άλλα νομικά μορφώματα» στα οποία εφαρμόζονται οι υποχρεώσεις ενημέρωσης και παροχής πρόσβασης που προβλέπει η οδηγία κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Δεν αντιτίθεται στην κατάταξη αυτή το γεγονός ότι η σύμβαση καταπιστευτικής διαχείρισης του ιταλικού δικαίου δεν συνεπάγεται μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών τα οποία αφορά. Το Δικαστήριο εκτιμά, συναφώς, ότι ο Ιταλός νομοθέτης δεν υπερέβη το περιθώριο εκτιμήσεως που διέθετε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εφαρμογής της πρόσβασης ιδιωτών στις πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο.

Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης επιτρέπει να ανατίθεται, εντός της Ιταλίας, στα εμπορικά επιμελητήρια, και συνεπώς σε διοικητικά όργανα χωρίς δικαιοδοτική αρμοδιότητα, η έκδοση απόφασης για τη χορήγηση εξαίρεσης 5 από την πρόσβαση στις πληροφορίες για τον πραγματικό δικαιούχο εμπιστεύματος ή παρεμφερούς νομικού μορφώματος. Εντούτοις, όταν δεν χορηγείται τέτοια εξαίρεση, στους ενδιαφερόμενους πραγματικούς δικαιούχους πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα προσωρινής έννομης προστασίας.

LawJobs

Ροή Ειδήσεων

Δημοφιλή